H Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Ως το θεσμικό όργανο που είναι επιφορτισμένο με την προώθηση του γενικού συμφέροντος της ΕΕ, η Επιτροπή διαθέτει σχεδόν αποκλειστικό δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας και ενεργεί ως το κύριο εκτελεστικό όργανο της ΕΕ. Προτείνει νομοθεσία, επιβάλλει τη νομοθεσία της ΕΕ ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, διαχειρίζεται τις πολιτικές και τον προϋπολογισμό, διαπραγματεύεται διεθνείς συμφωνίες, ασκεί εξουσίες επιβολής κυρώσεων σε τομείς όπως ο ανταγωνισμός και επιβλέπει τις καθημερινές δραστηριότητες.

Νομική βάση

Το άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), τα άρθρα 234, 244 έως 250, 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και η Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συνθήκη συγχώνευσης).

Ιστορικό

Αρχικά, κάθε Κοινότητα είχε το δικό της εκτελεστικό όργανο: η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (1951) είχε την Ανώτατη Αρχή, ενώ από μία Επιτροπή είχαν οι δύο Κοινότητες που ιδρύθηκαν με τη Συνθήκη της Ρώμης (1957), δηλαδή η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρατόμ. Με τη Συνθήκη συγχώνευσης της 8ης Απριλίου 1965, οι εκτελεστικές δομές των ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και Ευρατόμ, καθώς και οι προϋπολογισμοί των εν λόγω θεσμικών οργάνων (με σημαντικότερη την Επιτροπή) συγχωνεύτηκαν σε μια ενιαία Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το ενημερωτικό δελτίο του Κοινοβουλίου σχετικά με τις εξελίξεις μέχρι την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη) Όταν η συνθήκη ΕΚΑΧ έληξε το 2002, 50 έτη μετά την ίδρυσή της, τα περιουσιακά στοιχεία της ΕΚΑΧ επανήλθαν στην Επιτροπή (σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου της Συνθήκης της Νίκαιας σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ και σχετικά με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και το Χάλυβα). Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εκκαθάριση των εκκρεμών πράξεων, τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΑΧ και τη διασφάλιση της χρηματοδότησης των ερευνητικών δραστηριοτήτων σε τομείς που σχετίζονται με τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα.

Σύνθεση και νομικό καθεστώς

A. Αριθμός μελών

Για πολύ καιρό, η Επιτροπή έπρεπε να περιλαμβάνει στη σύνθεσή της τουλάχιστον έναν και το πολύ δύο Επιτρόπους ανά κράτος μέλος. Ενώ η Συνθήκη της Λισαβόνας επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να καθορίζει τον αριθμό των Επιτρόπων (άρθρο 17 παράγραφος 5 της ΣΕΕ), το 2009 αποφασίστηκε ότι η Επιτροπή θα συνεχίσει να αποτελείται από αριθμό μελών ίσο με τον αριθμό των κρατών μελών. Η σημερινή Επιτροπή (2024-2029) αποτελείται από 27 μέλη, στα οποία περιλαμβάνονται ο πρόεδρος, πέντε εκτελεστικοί αντιπρόεδροι, ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής/Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΑΠ/ΥΕ) και 20 επίτροποι.

B. Τρόπος διορισμού

Η Συνθήκη της Λισαβόνας ορίζει ότι τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που απαρτίζεται από αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ, έπειτα από τις κατάλληλες διαβουλεύσεις (όπως ορίζεται στη δήλωση αριθ. 11 όσον αφορά το άρθρο 17 παράγραφοι 6 και 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που προσαρτάται στη Συνθήκη της Λισαβόνας) και αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, προτείνει στο Κοινοβούλιο τον υποψήφιο για το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής. Ο υποψήφιος αυτός εκλέγεται από το Κοινοβούλιο με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν (άρθρο 17 παράγραφος 7 της ΣΕΕ).

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «το Συμβούλιο»), που απαρτίζεται από κυβερνητικούς υπουργούς κάθε χώρας της ΕΕ, εγκρίνει τον κατάλογο των άλλων προσώπων που προτείνει να διορισθούν μέλη της Επιτροπής, με ειδική πλειοψηφία και σε κοινή συμφωνία με τον εκλεγέντα Πρόεδρο, βάσει των προτάσεων των κρατών μελών.

Ο πρόεδρος και τα άλλα μέλη της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του ΑΠ/ΥΕ, επιλέγονται με βάση τη γενική τους αρμοδιότητα, την προσήλωση στην ευρωπαϊκή ιδέα και την ανεξαρτησία τους (άρθρο 17 παράγραφος 3 της ΣΕΕ). Υπόκεινται σε ψηφοφορία έγκρισης, ως σώμα, από το Κοινοβούλιο και στη συνέχεια διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Η σημερινή Επιτροπή εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο στις 27 Νοεμβρίου 2024 και ανέλαβε καθήκοντα στις 1 Δεκεμβρίου 2024.

Από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εντεύθεν, η θητεία κάθε Επιτρόπου αντιστοιχεί στην πενταετή κοινοβουλευτική περίοδο του Κοινοβουλίου και είναι ανανεώσιμη.

C. Υποχρέωση λογοδοσίας

1. Προσωπική ευθύνη (άρθρο 245 ΣΛΕΕ)

Τα μέλη της Επιτροπής υποχρεούνται:

  • να ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη ανεξαρτησία, προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης· ειδικότερα, δεν ζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση ή άλλον εξωτερικό φορέα·
  • να μην ασκούν καμία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη.

Κάθε μέλος της Επιτροπής δύναται να απαλλάσσεται των καθηκόντων του από το Δικαστήριο της ΕΕ, κατόπιν αιτήσεως του Συμβουλίου ή της ίδιας της Επιτροπής, αν παραβεί οποιαδήποτε από τις ανωτέρω υποχρεώσεις του ή αν έχει διαπράξει βαρύ παράπτωμα (άρθρο 247 ΣΛΕΕ).

2. Συλλογική ευθύνη

Η Επιτροπή είναι συλλογικά υπεύθυνη ενώπιον του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 234 ΣΛΕΕ. Εάν το Κοινοβούλιο εγκρίνει πρόταση μομφής κατά της Επιτροπής, τα μέλη της οφείλουν να υποβάλουν συλλογική παραίτηση. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας πρέπει να παραιτηθεί από τα καθήκοντα που ασκεί στην Επιτροπή. Από το 1972 έχουν κατατεθεί 16 προτάσεις μομφής, καμία από τις οποίες δεν έχει εγκριθεί.

Οργάνωση και λειτουργία

Η Επιτροπή ασκεί τα καθήκοντά της υπό την πολιτική καθοδήγηση του Προέδρου της, ο οποίος αποφασίζει σχετικά με την εσωτερική οργάνωσή της. Ο Πρόεδρος κατανέμει τους τομείς δραστηριότητας μεταξύ των μελών. Κατ' αυτόν τον τρόπο κάθε Επίτροπος είναι αρμόδιος για έναν ειδικό τομέα πολιτικής και αποκτά εξουσία επί των αντίστοιχων διοικητικών υπηρεσιών. Αφού λάβει έγκριση από το σώμα των Επιτρόπων, ο Πρόεδρος διορίζει τους Αντιπροέδρους μεταξύ των μελών της Επιτροπής. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος γίνεται αυτόματα Αντιπρόεδρος της Επιτροπής. Μέλος της Επιτροπής οφείλει να υποβάλει παραίτηση, εφόσον του το ζητήσει ο Πρόεδρος, κατόπιν εγκρίσεως του σώματος των Επιτρόπων.

Η Επιτροπή αποτελείται από 41 γενικές διευθύνσεις (ΓΔ), συμπεριλαμβανομένης της Γενικής Γραμματείας, οι οποίες αναπτύσσουν, διαχειρίζονται και εφαρμόζουν την πολιτική, τη νομοθεσία και τη χρηματοδότηση της ΕΕ. Οι πρόσφατες διαρθρωτικές αλλαγές περιλαμβάνουν τη δημιουργία της ΓΔ MENA (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική και Περσικός Κόλπος) και της ΓΔ ENEST (Διεύρυνση και Ανατολική Γειτονία) στις 1 Φεβρουαρίου 2025, ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού σε δύο της πρώην ΓΔ NEAR (Γειτονία και Διαπραγματεύσεις για τη Διεύρυνση). Υπάρχουν επίσης έξι εκτελεστικοί οργανισμοί, οι οποίοι εκτελούν μεν καθήκοντα που τους αναθέτει η Επιτροπή, ωστόσο έχουν δική τους νομική προσωπικότητα. ο Εκτελεστικός Οργανισμός Έρευνας, ο Ευρωπαϊκός Εκτελεστικός Οργανισμός για το Κλίμα, τις Υποδομές και το Περιβάλλον, ο Ευρωπαϊκός Εκτελεστικός Οργανισμός για την Υγεία και τον Ψηφιακό τομέα, ο Εκτελεστικός Οργανισμός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, ο Εκτελεστικός Οργανισμός για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Καινοτομίας και τις ΜΜΕ και ο Ευρωπαϊκός Εκτελεστικός Οργανισμός Εκπαίδευσης και Πολιτισμού.

Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, η Επιτροπή αποφασίζει συλλογικά με την πλειοψηφία των μελών της (άρθρο 250 ΣΛΕΕ). Τα μέλη της Επιτροπής συνεδριάζουν κάθε εβδομάδα και, έπειτα από συζήτηση, εγκρίνουν με προφορική διαδικασία τις προτάσεις επί τις οποίες συμφωνούν για ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα, και με γραπτή διαδικασία για λιγότερο ευαίσθητα ζητήματα. Μέτρα που αφορούν τη διαχείριση ή τη διοίκηση μπορούν να εγκρίνονται μέσω ενός συστήματος εξουσιοδότησης, βάσει του οποίου το σώμα των Επιτρόπων χορηγεί σε ένα από τα μέλη του την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις εξ ονόματός του (αυτό συμβαίνει κυρίως σε τομείς όπως οι γεωργικές ενισχύσεις ή τα μέτρα αντιντάμπινγκ) ή μέσω δευτερεύουσας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων σε ένα διοικητικό επίπεδο, συνήθως στους Γενικούς Διευθυντές.

Αρμοδιότητες

A. Αρμοδιότητα πρωτοβουλίας

Κατά κανόνα, η Επιτροπή είναι αρμόδια να προτείνει νομοθεσία (άρθρο 17 παράγραφος 2 της ΣΕΕ). Συντάσσει προτάσεις πράξεων που διαβιβάζονται προς έγκριση στα δύο όργανα λήψης των αποφάσεων: στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

1. Πλήρης πρωτοβουλία: αρμοδιότητα υποβολής προτάσεων

a. Νομοθετική πρωτοβουλία

Η αρμοδιότητα υποβολής προτάσεων αποτελεί την πλήρη μορφή της αρμοδιότητας πρωτοβουλίας, υπό την έννοια ότι, αφενός, είναι γενικά αποκλειστική και, αφετέρου, περιορίζει την αρχή της λήψης αποφάσεων, η οποία μπορεί να αποφασίσει μόνο κατόπιν πρότασης και μόνο επί τη βάσει της πρότασης που της υποβλήθηκε.

Η Επιτροπή καταρτίζει και υποβάλλει στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο τις νομοθετικές προτάσεις (κανονισμών και οδηγιών) που απαιτούνται για την εφαρμογή των Συνθηκών (για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το ενημερωτικό δελτίο του Κοινοβουλίου σχετικά με τις υπερεθνικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων).

b. Πρωτοβουλία στον τομέα του προϋπολογισμού

Η Επιτροπή καταρτίζει το σχέδιο προϋπολογισμού, το οποίο υποβάλλεται στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 314 ΣΛΕΕ (για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το ενημερωτικό δελτίο του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαδικασία του προϋπολογισμού). Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης πλην της Επιτροπής συντάσσει κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών του, την οποία διαβιβάζει στην Επιτροπή πριν από την 1η Ιουλίου εκάστου έτους (άρθρο 39 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού). Επιπλέον, κάθε οργανισμός που έχει συσταθεί βάσει των Συνθηκών, ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα και λαμβάνει συνεισφορά που εγγράφεται στον προϋπολογισμό, αποστέλλει, έως την 31η Ιανουαρίου εκάστου έτους, κατάσταση προβλέψεων στην Επιτροπή. Στη συνέχεια, η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση προβλέψεων των οργανισμών της ΕΕ στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και υποβάλλει προτάσεις αναφορικά με το ύψος της συνεισφοράς για κάθε όργανο της ΕΕ και αναφορικά με τον αριθμό των μελών του προσωπικού που κρίνει ότι αυτά πρέπει να διαθέτουν κατά το επόμενο οικονομικό έτος.

Όσον αφορά το σύστημα ίδιων πόρων της ΕΕ, η βασική απόφαση για τους ίδιους πόρους πρέπει να εγκρίνεται ομόφωνα από το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής (άρθρο 17 ΣΕΕ) και ύστερα από διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία (άρθρο 311 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ). Ανά πάσα στιγμή είναι δυνατό να καθιερωθούν νέες κατηγορίες ιδίων πόρων ή να καταργηθούν υπάρχουσες, ωστόσο οι αποφάσεις αυτές εγκρίνονται μόνο βάσει πρότασης της Επιτροπής (άρθρο 17 παράγραφος 2 ΣΕΕ). Επίσης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Κοινοβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθορίζει τους τρόπους και τη διαδικασία κατά τα οποία τα έσοδα του προϋπολογισμού, που παρέχονται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων που σχετίζονται με τους ίδιους πόρους της Ένωσης, τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής (άρθρο 322 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ).

c. Σχέσεις με τρίτες χώρες

Κατόπιν εντολής του Συμβουλίου, η Επιτροπή είναι αρμόδια για τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών δυνάμει των άρθρων 207 και 218 ΣΛΕΕ, οι οποίες υποβάλλονται ακολούθως στο Συμβούλιο προς σύναψη. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται επίσης οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (άρθρο 6 παράγραφος 2 ΣΕΕ). Σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, τις συμφωνίες διαπραγματεύεται ο Ύπατος Εκπρόσωπος. Σύμφωνα με το άρθρο 50 ΣΕΕ και το άρθρο 218 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή υποβάλλει επίσης συστάσεις για την έναρξη διαπραγματεύσεων σχετικά με την αποχώρηση κράτους μέλους από την ΕΕ.

2. Περιορισμένη πρωτοβουλία: αρμοδιότητα διατύπωσης σύστασης ή γνώμης

a. Στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το ενημερωτικό δελτίο του Κοινοβουλίου σχετικά με τα θεσμικά όργανα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης).

Η Επιτροπή συμμετέχει στη διαχείριση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Υποβάλλει στο Συμβούλιο:

  • συστάσεις για τα σχέδια γενικών προσανατολισμών που αφορούν τις οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών και προειδοποιήσεις, αν οι πολιτικές αυτές ενδέχεται να είναι ασύμβατες με τους προσανατολισμούς αυτούς (άρθρο 121 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ)·
  • προτάσεις αξιολόγησης, προκειμένου να αποφασίσει το Συμβούλιο εάν ένα κράτος μέλος έχει υπερβολικό έλλειμμα (άρθρο 126 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ)·
  • συστάσεις για μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση δυσχερειών στο ισοζύγιο πληρωμών ενός κράτους μέλους εκτός της ζώνης ευρώ, δυνάμει του άρθρου 143 ΣΛΕΕ·
  • συστάσεις για τη συναλλαγματική ισοτιμία του ενιαίου νομίσματος έναντι άλλων νομισμάτων και για τους γενικούς προσανατολισμούς της συναλλαγματικής πολιτικής, δυνάμει του άρθρου 219 ΣΛΕΕ·
  • αξιολόγηση εθνικών σχεδίων πολιτικής και υποβολή ειδικών ανά χώρα σχεδίων συστάσεων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

b. Στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας

Στον τομέα αυτόν, πολλές αρμοδιότητες έχουν μεταβιβαστεί από την Επιτροπή στον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης. Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί να υποστηρίξει τον Ύπατο Εκπρόσωπο, όταν αυτός υποβάλλει στο Συμβούλιο μια πρόταση που άπτεται της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (άρθρο 30 της ΣΕΕ).

B. Εξουσία ελέγχου της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης

Η Επιτροπή υποχρεούται, βάσει των Συνθηκών, να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή τόσο των Συνθηκών όσο και των αποφάσεων εφαρμογής τους (του παράγωγου δικαίου). Εξ ου και έχει ρόλο «θεματοφύλακα των Συνθηκών». Ασκεί τον ρόλο αυτόν κυρίως μέσω της διαδικασίας επί παραβάσει που εφαρμόζεται όταν τα κράτη μέλη έχουν παραβεί υποχρέωσή τους εκ των Συνθηκών, σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ.

C. Κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικές αρμοδιότητες

Η πρώην διαδικασία της επιτροπολογίας έχει αντικατασταθεί από νέα νομικά μέσα, και συγκεκριμένα από τις κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις.

1. Εκτελεστικές αρμοδιότητες

Όπως προβλέπεται από τις Συνθήκες, οι κύριες αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή είναι οι ακόλουθες:

  • εκτέλεση του προϋπολογισμού (άρθρο 17 παράγραφος 1 ΣΕΕ, άρθρο 317 ΣΛΕΕ)· Μετά την έγκριση του προϋπολογισμού, κάθε κράτος μέλος καταβάλλει, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, τις οφειλόμενες πληρωμές στην ΕΕ, μέσω μηνιαίων εισφορών στον προϋπολογισμό της ΕΕ, οι οποίες κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο εθνικό υπουργείο οικονομικών ή στην εθνική κεντρική τράπεζα·
  • χορήγηση άδειας στα κράτη μέλη προκειμένου να λαμβάνουν τα μέτρα διασφάλισης που προβλέπουν οι Συνθήκες, ιδίως κατά τη διάρκεια μεταβατικών περιόδων (π.χ. άρθρο 201 ΣΛΕΕ)·
  • επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού, μεταξύ άλλων μέσω του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 108 ΣΛΕΕ.

Σε ό,τι αφορά τις δέσμες χρηματοδοτικών μέτρων διάσωσης για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους ορισμένων κρατών μελών, η Επιτροπή είναι αρμόδια για τη διαχείριση των κεφαλαίων που συγκεντρώνονται μέσω του προϋπολογισμού της ΕΕ και με την εγγύησή του. Έχει επίσης την εξουσία να τροποποιεί τη διαδικασία ψηφοφορίας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), δίνοντας στο Συμβούλιο Διοικητών του τη δυνατότητα να αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία (85%), αντί να αποφασίζει ομόφωνα, εάν κρίνει (σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) ότι ενδεχόμενη αδυναμία έγκρισης μιας απόφασης για χορήγηση χρηματοπιστωτικής συνδρομής θα απειλούσε την οικονομική και χρηματοπιστωτική βιωσιμότητα της ζώνης του ευρώ (άρθρο 4 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας) (για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το ενημερωτικό δελτίο του Κοινοβουλίου σχετικά με τη χρηματοδοτική βοήθεια προς τα κράτη μέλη της ΕΕ)

2. Ανατιθέμενες από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

Βάσει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται για την εκτέλεση των νομοθετικών πράξεων που εγκρίνουν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας εισήγαγε νέους «γενικούς κανόνες και αρχές σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή» (άρθρο 291 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ και κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011). Οι προηγούμενοι μηχανισμοί επιτροπολογίας αντικαθίστανται από δύο νέα μέσα, δηλαδή τη συμβουλευτική διαδικασία και τη διαδικασία εξέτασης. Το δικαίωμα εμπεριστατωμένου ελέγχου του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περιλαμβάνεται επισήμως, ενώ προβλέπεται και διαδικασία προσφυγής σε περιπτώσεις σύγκρουσης.

3. Κατ' εξουσιοδότηση πράξεις

Η Συνθήκη της Λισαβόνας εισήγαγε επίσης μια νέα κατηγορία πράξεων, η οποία τοποθετείται ανάμεσα στις νομοθετικές και τις εκτελεστικές πράξεις. Αυτές οι «κατ' εξουσιοδότηση μη νομοθετικές πράξεις» (άρθρο 290 ΣΛΕΕ) είναι πράξεις γενικής ισχύος, οι οποίες συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης (που αποκαλείται και «βασική πράξη»). Κατ' αρχήν, το Κοινοβούλιο απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων εποπτείας με το Συμβούλιο.

D. Κανονιστικές και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες

Οι Συνθήκες σπάνια παρέχουν στην Επιτροπή πλήρεις κανονιστικές αρμοδιότητες. Εξαίρεση αποτελεί το άρθρο 106 ΣΛΕΕ που αναθέτει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να επιβάλλει την εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων σχετικά με τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος και να απευθύνει, εφόσον είναι αναγκαίο, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι Συνθήκες αναθέτουν στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να διατυπώνει συστάσεις ή να υποβάλλει εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις. Εξάλλου, βάσει των Συνθηκών, πρέπει να ζητείται η γνώμη της για ορισμένες αποφάσεις, όπως αυτές που αφορούν την προσχώρηση νέων μελών στην Ένωση (άρθρο 49 ΣΕΕ). Επίσης, η γνώμη της Επιτροπής ζητείται ειδικότερα όσον αφορά αλλαγές στο καθεστώς άλλων θεσμικών και λοιπών οργάνων, όπως είναι το καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Η Επιτροπή είναι ο βασικός συνομιλητής του Κοινοβουλίου σε νομοθετικά και δημοσιονομικά ζητήματα. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής και της εκτέλεσής του είναι ολοένα πιο σημαντικά για την εξασφάλιση μεγαλύτερης δημοκρατικής νομιμότητας στη διακυβέρνηση της ΕΕ. Από κοινού με το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο λαμβάνει το σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού προς έγκριση από την Επιτροπή. Επιπλέον, η Επιτροπή καταρτίζει τη δική της κατάσταση προβλέψεων, την οποία διαβιβάζει επίσης χωριστά στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς έγκριση. Σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να απαλλάξει την Επιτροπή.

Το Κοινοβούλιο γνωμοδοτεί επί της βασικής απόφασης για τους ίδιους πόρους, σύμφωνα με την ειδική νομοθετική διαδικασία (άρθρο 289 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ) μετά από πρόταση της Επιτροπής (άρθρο 311 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ). Τα αντίστοιχα μέτρα εφαρμογής εγκρίνονται από το Συμβούλιο (σύμφωνα με το άρθρο 291 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ) έπειτα από την έγκριση του Κοινοβουλίου, βάσει πρότασης της Επιτροπής (άρθρο 311 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ).

Η Επιτροπή θα πρέπει να διατηρεί συνεχή διάλογο με το Κοινοβούλιο καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της, ξεκινώντας από τις ακροάσεις των ορισθέντων Επιτρόπων και συνεχίζοντας με τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των ακροάσεων, την ενδιάμεση παρακολούθηση των εν λόγω δεσμεύσεων και τον συστηματικό διαρθρωμένο διάλογο με συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές επιτροπές.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία ενισχύθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 225 ΣΛΕΕ), το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας που του επιτρέπει να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση. Το Κοινοβούλιο μπορεί επίσης να θεσπίσει απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων στη νομοθεσία του, υποχρεώνοντας την Επιτροπή να υποβάλει εκθέσεις εφαρμογής.

Η Επιτροπή ενίοτε δεν συμμορφώνεται με τα αιτήματα του Κοινοβουλίου για υποβολή προτάσεων (όπως στην περίπτωση της σύστασης του Κοινοβουλίου της 15ης Ιουνίου 2023 σχετικά με τη χρήση του Pegasus και ισοδύναμου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης) ή καθυστερεί την υποβολή σημαντικών εκθέσεων υλοποίησης (π.χ. την πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και τη λειτουργία της οδηγίας για την επιβολή του νόμου).

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η προστασία των προσωπικών δεδομένων στις διατλαντικές ανταλλαγές δεδομένων. Η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση Schrems II τον Ιούλιο του 2020 οδήγησε στην ακύρωση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2016/1250 της Επιτροπής σχετικά με την επάρκεια της ασπίδας προστασίας που παρέχεται από τη συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ για την ανταλλαγή δεδομένων, λόγω ανησυχιών ότι οι πολίτες της ΕΕ δεν προστατεύονταν στις διατλαντικές ανταλλαγές δεδομένων. Το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή έδωσε στις σχέσεις με τις ΗΠΑ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι στα συμφέροντα των πολιτών της ΕΕ και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραχώρησε το καθήκον της υπεράσπισης του δικαίου της ΕΕ σε μεμονωμένους πολίτες. Παρά την κριτική αυτή, και ακόμη ένα ψήφισμα του Κοινοβουλίου που κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το πλαίσιο ΕΕ-ΗΠΑ για την προστασία των δεδομένων δεν δημιουργεί ουσιαστική ισοδυναμία στο επίπεδο προστασίας, στις 10 Ιουλίου 2023 η Επιτροπή εξέδωσε την τρίτη απόφασή της σχετικά με το επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του πλαισίου ΕΕ–ΗΠΑ για την προστασία των δεδομένων.

Το παρόν ενημερωτικό δελτίο συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Δικαιοσύνης, Πολιτικών Ελευθεριών και Θεσμικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου.

 

Joanna APAP / Christophe BEAUDOUIN